Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ»

Κάθε φορά που πηγαίνω να δω μια ταινία για τον εμφύλιο και το αντάρτικο, κυριαρχεί πάντα μέσα μου ένα διττό συναίσθημα. Και βαθειά μέσα μου έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό για το ποια θα ήταν η ευτυχέστερη κατάληξη του αγώνα.

Από τη μια νιώθω το θαυμασμό μου για την αυταπάρνηση, τον ηρωισμό, την αυτοθυσία των ανθρώπων της Αντίστασης και από την άλλη νιώθω αυτή την πίκρα του χαμένου αγώνα, την τραγωδία της ήττας και της προσωπικής περιπέτειας αυτών των ανθρώπων.

Και βαθειά μέσα μου έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό για το ποια θα ήταν η ευτυχέστερη κατάληξη του αγώνα.

Βλέποντας στο Τριανόν την ταινία-ντοκιμαντέρ του Στέλιου Ψυλάκη, «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» τα ανάμεικτα αυτά συναισθήματα ήρθαν να με κυριαρχήσουν. Το μεγαλείο ψυχής των 6 ανταρτών, κυρίως δε των τριών που πρωταγωνιστούν στην ταινία, το μεγαλείο της αυταπάρνησης, η δύναμη, το θάρρος, η πίστη στο κατακόρυφό τους. Και βεβαίως και πάλι οι σκέψεις, είναι δυνατόν να ηττήθηκαν αυτοί οι άνθρωποι; Είναι δυνατόν η ιστορία να «δικαίωσε» άλλους; Και που πήγε όλος αυτός ο καημός, ο πόνος, η επιμονή και η θυσίες αυτών των ανθρώπων.

Ο σκηνοθέτης, προφανώς μαζί με τους συνεργάτες του, έκανε μια εξαιρετική δουλειά. Προσεγγίζοντας ένα πολύ δύσκολο και σύνθετο θέμα, όπως αυτού του εμφυλίου, μέσα από τη διαδρομή των 6 ανταρτών της Κρήτης, μπόρεσε να δώσει το πορτρέτο μιας κοινωνίας και μιας ιστορικής στιγμής της πατρίδας μας, χωρίς αγιοποιήσεις, χωρίς περίσιους συναισθηματισμούς, αναδεικνύοντας ταυτοχρόνως τον απίστευτα εσωτερικό κόσμο αυτών των απλών ανθρώπων που η ζωή τους πρέπει να είναι υπόδειγμα για τις νέες γενιές.

Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις στιγμές της ταινίας. Όμως θαρρώ πως η διήγηση του Ν. Κοκοβλή για τη συνάντησή του με τον ενωματάρχη που τον καταζητούσε για πάνω από 10 χρόνια, σε ένα βιβλιοπωλείο των Χανίων στη Μεταπολίτευση όπως και η «ξενάγηση» του άλλου αντάρτη (ξεχνώ το όνομα) στα κρησφύγετα και τα λημέρια που κρυβότανε, με την απλότητα και την αμεσότητα της διήγησης και το ακατέργαστο και γι’ αυτό και ανατρεπτικό χιούμορ του.

Όπως βεβαίως και η τραγωδία της επιστροφής τους στην Κρήτη, όπου η νέα πραγματικότητα βαραίνει τον τόπο και η υποδοχή αντί για ηρώων είναι στην καλύτερη περίπτωση «από μακριά και αγαπημένοι». Εξάλλου «Ουδείς …αντάρτης (για να παραφράσουμε το ρητό) στον τόπο του».

Στην προβολή της ταινίας έτυχε να καθίσει δίπλα μου ο Λεωνίδας Κύρκος. Λίγο διάστημα πριν είχε δηλώσει στις εφημερίδες πως «καλύτερα που ηττηθήκαμε στον εμφύλιο γιατί θα είχαμε τις τύχες των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού». Στην διάρκεια της προβολής άκουγα αναφιλητά. Όταν άνοιξαν τα φώτα ο Κύρκος ήταν βουρκωμένος.

Και ο κόσμος όρθιος να χειροκροτεί για περισσότερο από πέντε λεπτά. Θαρρώ πως είναι αυτή είναι και η καλύτερη ανταμοιβή για τους συντελεστές της ταινίας.

Και αν και πιστεύω αυτό που πρέπει να γίνει σε όλη την Ελλάδα, όμως για την Κρήτη και ιδιαίτερα τα Χανιά, η ταινία αυτή πρέπει να προβάλλεται σε όλα τα σχολεία και όσο ζουν ακόμα οι «ήρωες» αυτοί, να καλούνται να συζητούν με τους μαθητές.

Εν τέλει όπως άκουσα να ψιθυρίζει και ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης, στο διάδρομο προς της έξοδο «μια ταινία από καρδιάς». Και ψυχής, μεγάλης ψυχής θα προσθέταμε.

Πέτρος Κακολύρης